Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

Τρεις μέρες πριν το γάμο κι όλα μπορουν να αλλάξουν..(ή μήπως όχι?)

Η Μαργαρίτα δε δίστασε ούτε μια στιγμή να πάει στο ραντεβού της με το Νικόλα. Όταν την πήρε τηλέφωνο για να επιβεβαιώσει την συνάντηση τους εκείνη έχασε τα λόγια της και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να απαντάει μονολεκτικά στις ερωτήσεις του. Όταν έκλεισαν το τηλέφωνο τα χέρια της είχαν ιδρώσει και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά. Μα τι της συνέβαινε? Είχε τόσα να σκεφτεί για την "σημαντικότερη" μέρα της ζωής της κι εκείνη δε μπορούσε να ασχοληθεί με τίποτα, παρα μόνο με εκείνον. Για κάποιο μυστήριο λόγο άκουγε μόνο την καρδιά της, λες και το μυαλό της να είχε σταματήσει και η φωνή της λογικής είχε σωπάσει. Στον Μιχάλη είπε πως θα πήγαινε στο σπίτι μιας φίλης της. Κι έτσι ετοιμάστηκε και πήγε στο εστιατόριο που είχαν δώσει ραντεβού. Δε φοβήθηκε στιγμή οτι κάποιος μπορεί να τους δει, ή ότι ο μελλοντικός της σύζυγος μπορεί να ανακάλυπτε το ψέμα της. Απλά, δεν την ένοιαζε εκείνη τη στιγμή.

Όταν έφτασε στο εστιατόριο είχε άγχος μήπως δεν τον αναγνωρίσει, γιατί δε θυμόταν το πρόσωπό του, μόνο την μορφή του. Κι όμως καθώς τον είδε να πλησιάζει, τον θυμήθηκε αμέσως και το καρδιοχτύπι επανήλθε, όπως επίσης και μια απέραντη χαρά που ένιωσε μόλις τον είδε. "Φοβόμουν πως δεν θα έρθεις. Είσαι πανέμορφη!", της είπε εκείνος και το πρόσωπο του ήταν σα να να έλαμπε από ευτυχία. Το φαγητό έγινε ποτό, το ποτό βόλτα στη θάλασσα, και η βόλτα στη θάλασσα επίσκεψη στο σπίτι του Νικόλα. Κοιμήθηκαν μαζί, αγκαλιά, πιστεύοντας και οι δύο πως είχαν περάσει την καλύτερη νύχτα της ζωής τους. Μια νύχτα που δε θα ξεχνούσαν ποτέ.

Τον ύπνο τους διέκοψε το τηλέφωνο. 'Ηταν ο Μιχάλης, του είχε πει πως θα κοιμηθεί στην φίλη της. Την πήρε να της θυμίσει να ψωνίσει για το τραπέζι που είχαν απόψε με τους συγγενείς τους. Και τότε ήταν που το συνειδητοποίησε! Αύριο παντρευόταν. Τον Μιχάλη. Και ήταν αγκαλιά με το Νικόλα στο κρεβάτι του. Η λογική άρχισε να της μιλάει ξανά. Σηκώθηκε και ντύθηκε βιαστικά. Δεν ξύπνησε το Νικόλα, όμως του άφησε ένα σημείωμα:" Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω. Πέρασα υπέροχα αλλά πρέπει να φύγω, ξέρεις την κατάσταση. Μακάρι να σε είχα γνωρίσει νωρίτερα. Δε θα ξεχάσω ποτέ τις στιγμές που ζήσαμε μαζί. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Σ΄ευχαριστώ που μ΄έκανες να νιώσω έτσι. Σ'ευχαριστώ για όλα. Καλημέρα.."

Όταν ξύπνησε ο Νικόλας και διάβασε το σημείωμα αμέσως την πήρε τηλέφωνο, όμως εκείνη δεν το σήκωσε. Εκείνος ξαναπήρε πολλές φορές αλλά καμία του κλήση δεν είχε απάντηση. Η Μαργαρίτα είχε καταχωνιάσει το κινητό της σε ένα συρτάρι, για να μην το βλέπει, να μην το ακούει και να μην το σκέφτεται. Ο Νικόλας αποφάσισε να πάει να την βρει. Όμως δεν ήξερε που μένει. 'Έψαξε στις αναγγελίες γάμου. Ήξερε το μικρό της όνομα και το όνομα του άντρα της, καθώς της είχε ξεφύγει όταν μιλούσε για το γάμο της το βράδυ στο φαστφουντάδικο. Και το βρήκε. Και αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα. Άλλωστε τι είχε να χάσει?

Και η μέρα του γάμου έφτασε. Όλα ήταν έτοιμα. Η νύφη ήταν ασυνήθιστα μελαγχολική, και όλοι έλεγαν πως μάλλον θα έχει άγχος για το γάμο. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βγάλει απ΄το μυαλό της το Νικόλα. Αλλά είχε και τόσες τύψεις. Ήταν τόσο άδικο για τον Μιχάλη. Το μυαλό της βασανιζόταν από σκέψεις και αμφιβολίες. Τι θα γινόταν αν εκείνο το πρωί δεν είχε σηκώσει το τηλέφωνο και είχε φύγει με το Νικόλα για έναν άγνωστο προορισμό? Ρίσκο. Και δεν ήταν διατεθειμένη να ρισκάρει. Σκεφτόταν και την οικογένεια της, τους γονείς της. Δεν γινόταν να μην παντρευτεί τον Μιχάλη. Τις σκέψεις της διέκοψε η μαμά της: "΄Αλλες θα σκότωναν για να βρίσκονται σήμερα στην θέση σου. Μακάρι κι η αδερφή σου να βρει κάποιον σα τον Μιχάλη!" Και που να ήξερε τι σκεφτόταν η Μαργαρίτα!

Μπήκε στο στολισμένο, νυφικό αμάξι και ξεκίνησε για την εκκλησία μαζί με τον πατέρα της, που θα την συνόδευε. Όταν έφτασαν ο κόσμος άρχισε να χειροκροτάει κι εκείνη μαζί με τον πατέρα της προχωράγανε στο κόκκινο χαλί, βαδίζοντας προς τα σκαλιά της εκκλησίας όπου την περίμενε ο Μιχάλης με την ανθοδέσμη. Σε κάποια στιγμή ξεχώρισε μια γνώριμη φωνή μέσα στο πλήθος να φωνάζει το όνομα της. Και έγινε αυτό, που ευχόταν να μην γίνει. Ο Νικόλας ήταν εκεί. Σταμάτησε και τον κοίταξε κατάματα. Βούρκωσε. Ο πατέρας της την ρώτησε τι συμβαίνει. Γύρισε και κοίταξε τον πατέρα της και στη συνέχεια τον Μιχάλη στα σκαλιά της εκκλησίας. Χαμήλωσε το βλέμμα της και προχώρησε. Και ναι, παντρεύτηκε.

Μια κλασσική παραδοχή λέει πως οι συμβατικοί έρωτες καταλήγουν στον γάμο, ενώ οι μεγάλοι έρωτες καταλήγουν στο πουθενά. Συμβατικούς ονομάζω τους έρωτες που ως βασικό στοιχείο τους έχουν την λογική και ως κύριες προϋποθέσεις για να αρχίσουν το εισόδημα, το επάγγελμα και το κοινωνικό στάτους του άλλου. Οι 'γάμοι βολέματος' που λέμε. Αν το καλό σκεφτείς οι μεγάλοι έρωτες που ξέρουμε από την ιστορία δεν κατέληξαν σε γάμο. Ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη για παράδειγμα. Μεγάλος έρωτας, έντονο πάθος, πολλά ποιήματα, άδοξο τέλος.

Το ερώτημα είναι γιατί η Μαργαρίτα να επιλέξει ένα συμβατικό γάμο, ενώ θα μπορούσε να ζήσει έναν μεγάλο κι ανεπανάληπτο έρωτα? Για την σιγουριά και τα προνόμια που σου προσφέρει ο πρώτος θα μου πεις. Συμβιβασμός? Σαφέστατα ναι! "Θέλει μαγκιά για ν΄αρνηθείς της σιγουριάς τα κυβικά. Για έναν έρωτα να πείς εγώ θα ζω με δανεικά. Θέλει μαγκιά για να δοθείς σε ένα πάθος δυνατό".

Δεν είμαι κατά του γάμου, ούτε θέλω να απομυθοποιήσω την μαγεία του όλου πράγματος. Σίγουρα πολλοί γάμοι γίνονται από έρωτα. Απλά καθώς φάνηκε ο γάμος της Μαργαρίτας δεν ήταν ένας απ΄αυτούς. Εκείνη επέλεξε την σιγουριά, από το ρίσκο. Και ίσως οι περισσότερες κοπέλες αυτό να έκαναν στην θέση της.

Τέλος, ίσως να αναρωτιέστε αν ξαναβρέθηκαν ποτέ η Μαργαρίτα με το Νικόλα. Αυτό, όμως, λέω το αφήσω στην φαντασία σας...

1 σχόλιο: